Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Ξυλογλυπτική

 Οι ξυλογλύπτες συγκροτούσαν ολιγομελείς ομάδες ή συντροφιές, τα λεγόμενα μπουλούκια ή κομπανίες και ήσαν πλανόδιοι τεχνίτες. Η οργάνωσή τους ήταν διαφορετική με χαρακτηριστικά γνωρίσματα περισσότερο οικογενειακής επιχείρησης. Εργάζονταν κυρίως στο χώρο παράδοσης της παραγγελίας, αφού η μεταφορά μεγάλων έργων υπήρξε δύσκολη έως αδύνατη. Σε οποιεσδήποτε αναφορές λοιπόν σε συντεχνίες ή ισνάφια ξυλογλυπτών, θα πρέπει ο αναγνώστης να έχει υπόψη του αυτή τη μορφή οργάνωσής τους. Φυσικά υπήρξε μια ιεράρχηση με τον αρχιτεχνίτη, τους βοηθούς του και τα τσιράκια. 

Οι συνθήκες για την ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής τέχνης στην Ήπειρο υπήρξαν ευνοϊκότερες εξαιτίας της άφθονης πρώτης ύλης, της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας στην περιοχή, ιδιαίτερα στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα και των καλύτερων συνθηκών ζωής. Όλα αυτά ευνοούσαν ιδιαίτερα την εξέλιξη και ανάπτυξη της οικιακής τέχνης όχι μόνο για ατομική χρήση αλλά και σαν επάγγελμα. 
   Δεν θα μπορούσε φυσικά να μην αναφερθεί κανείς και στις συνεχείς πληθυσμιακές ανακατατάξεις, το άγονο του εδάφους και τις συνεχείς μετακινήσεις, ένεκα των οποίων παρατηρείται εγκατάλειψη της αγροτικής και κτηνοτροφικής εργασίας και ανάπτυξη από τον 16ο κιόλας αιώνα των διαφόρων τεχνών που έχουν σχέση με την πέτρα, το ξύλο και την αγιογραφία καθώς και την οργάνωση των εργαζομένων   σ αυτές, σε ομάδες ή κομπανίες και συντεχνίες.   Η Χατζημιχάλη αναφερόμενη στις αιτίες ανάπτυξης των διαφόρων τεχνών στην Ήπειρο γράφει: «Επιπλέον, το ότι στην Ήπειρο συγκεντρώνονται σημαντικά εργαστήρια διαφόρων χειροτεχνικών ειδών οφείλεται και στο ότι βοήθησε η εδαφική διαμόρφωση της Ηπείρου, που ανάγκαζε τους κατοίκους από τα ορεινά χωριά να ασχολούνται με τη χειροτεχνία και προπαντός στο διάστημα του χειμώνα όμως συνετέλεσε και το κατεξοχήν αναπτυγμένο αίσθημα των Ηπειρωτών και προ παντός των κατοίκων της Πίνδου, για τις χειροτεχνικές και διακοσμητικές τέχνες. Οι κάτοικοι μάλιστα ορισμένων περιοχών και χωριών της Ηπείρου είχαν αποκτήσει όχι μόνο ειδικότητα αλλά και αποκλειστικότητα στην κατασκευή έργων ορισμένου κλάδου της λαϊκής τέχνης, έτσι που η Ήπειρος ν' αναδειχτεί ως η κατ εξοχή βιοτεχνική χώρα». Η βόρεια Ελλάδα, η δυτική Μακεδονία και η Ήπειρος έχουν μεταβληθεί σε απέραντο βιοτεχνικό εργαστήρι.   Η ακμή πολλών μορφών τέχνης αλλά και της ξυλογλυπτικής, έφτασε στο μέγιστο σημείο της τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα. 
Κατά την εποχή του Αλή Πασά αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα όλες οι τέχνες στην Ήπειρο, επειδή είχαν διαμορφωθεί οι κατάλληλες ευνοϊκές συνθήκες σ' ένα ευνομούμενο κράτος το οποίο έφτανε «από την Παλιά Ήπειρο, την Αχρίδα και Γκόρτζα, τις περιφέρειες του Δέλβινου και Αργυροκάστρου, της Μ. Αλβανίας, της Αιτωλοακαρνανίας, της Ανατολικής Ελλάδας μέχρι της Αττικής, της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας, σύμφωνα με το χάρτη του Guillaume de Vaudencourt τυπωμένο στο Λονδίνο το 1817 με τον τίτλο: "Χάρτης της Ν. Ελλάδος με όλας τας επαρχίας του Κράτους του Αλή Πασιά". 
Παρατηρούμε ειδικότερα σε ορισμένες περιοχές, όπως για παράδειγμα των Τζουμέρκων (Συράκο, Καλαρύτες) και του Μετσόβου με την αυτοδιοίκηση και την απόσπαση μεγάλων προνομίων, να αναπτύσσεται μεγάλη βιοτεχνική δραστηριότητα, αφού οι συνθήκες για την ανάπτυξη των συντεχνιών ήταν ακόμη προσφορότερες. 
   Όλα αυτά βέβαια ισχύουν για τους αιώνες 16ο μέχρι κυρίως τον 18ο και αρχές 19ου, αφού μετά οι συντεχνίες αρχίζουν να παρακμάζουν. Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με τις ομάδες-συντροφιές, μια απλούστερη μορφή τους, τους πλανόδιους λεγόμενους τεχνίτες, που περιόδευαν όχι μόνο στην Ήπειρο αλλά και σ' ολόκληρη την Ελλάδα, Βαλκάνια, Μικρά Ασία και αλλού.    Περιζήτητοι ήταν οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών της Ηπείρου, οι οποίοι είχαν αποκτήσει ειδικότητα σε ορισμένες μορφές τέχνης. Αναφέρουμε για παράδειγμα τους Χιονιάδες της επαρχίας Κόνιτσας στην εικονογραφία, το Τουρνόβου και το Μετσόβου για τους ξυλογλύπτες («ταγιαδόρους», αντί του σωστού ταλιαδόρους από το taliu = κόβω και κατ' επέκταση σκαλίζω σε ξύλο, σκαλιστές τέμπλων, αμβώνων κ.λ.π.), την Πυρσόγιαννη και τη Βούρμπιανη για τους κτίστες, τους κουδαρέους, τους Καλαρύτες για τους ξακουστούς ασημιτζήδες και χρυσοκεντητάδες. Μάλιστα οι Ηπειρώτες τεχνίτες, επειδή οι συνθήκες της ζωής τους ανάγκαζαν να ξενιτευτούν, μετέβαιναν στην υπόλοιπη Ελλάδα, την Βαλκανική και στην Ευρώπη ακόμη, είτε για να εργασθούν για όσο καιρό χρειαστεί σε έναν τόπο, είτε και για να εγκατασταθούν ακόμη. Κατ' αυτόν τον τρόπο συνετέλεσαν στο να μεταδοθεί η τέχνη τους σ' όλο τον Ελλαδικό και Βαλκανικό χώρο, αν κρίνουμε και από τα ξυλόγλυπτα έργα που συναντήσαμε κατά τη διάρκεια επίσκεψής μας στα Σκόπια στους ναούς του Αγίου Δημήτριου Μοναστηρίου Αγίου Κλήμη και Οσίου Ναούμ Αχρίδας κ.ά. 
Πολλά έργα τα οποία κατασκευάζονταν είτε στα σπίτια είτε στα εργαστήρια, πωλούνταν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Σύμφωνα με μαρτυρία του Αραβαντινού πολλά από τα έργα διαφόρων συντεχνιών, εμπορεύονται ήδη από το 1705. 
    Οι εξαγωγές πολλών προϊόντων και το εμπόριό τους, είχαν σαν αποτέλεσμα να κάνουν την εμφάνισή τους οι πολλοί τεχνίτες. Ειδικότερα κατά τον 18ο αιώνα στις περισσότερο πλούσιες περιοχές, όπως τα χωριά της Κόνιτσας, τους Καλαρύτες, το Συράκο, το Μέτσοβο και αλλού, εμφανίζονται αξιολογότατα εργαστήρια τα οποία κατέστησαν τις περιοχές αυτές κέντρα βιοτεχνιών. 
Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα να πούμε ότι το Μέτσοβο, το Τούρνοβο, η Πωγωνιανή, τα Πράμαντα, οι Χιονιάδες, η Μοσχόπολη, ήσαν κέντρα ξυλογλυπτικής από πολύ νωρίς. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι συναντάμε ξυλόγλυπτα έργα στις περιοχές αυτές ήδη από τον 16ο αιώνα. 
Ο Σούρλας αναφέρει: «Η άνθηση της τέχνης αυτής οφείλεται καθαρά σε Ηπειρώτες τεχνίτες από το Μέτσοβο και τα Τζουμέρκα, ειδικότερα όμως από την Επαρχία Κόνιτσας και συγκεκριμένα από το χωριό Τούρνοβο (Γοργοπόταμος) αλλά και Λισκάτσι (Ασημοχώρι), Βούρμπιανη και Χιονιάδες». 
Εντύπωση πάντως προξενεί το γεγονός ότι δεν αναφέρεται πουθενά συντεχνία ή ισνάφι ξυλογλυπτών ή ταλιαδόρων μέσα στα Γιάννενα. Να μην υπάρχουν ή δεν αναφέρονται επειδή υπήρχαν αναπτυγμένα σε περιοχές γύρω από τα Γιάννενα δεν αναπτύχθηκαν μέσα στην πόλη; Πιθανόν. Είναι πάντως γεγονός ότι οι ξυλογλύπτες, όπως για παράδειγμα ο Γιώργης Χρήστου, ασχολούνταν και με όλα τα σχετικά με το ξύλο έργα, αφού κατασκεύαζαν έπιπλα, ταβάνια κ.ά. Ίσως λοιπόν και στα Γιάννινα να συνέβαινε το ίδιο, δηλαδή να υπάρχουν ξυλουργοί οι οποίοι ασχολούνται και με την ξυλογλυπτική, με λίγες όμως πιθανότητες. 
Πριν την καταστροφή των Ιωαννίνων αλλά και της υπόλοιπης Ηπείρου από τον Χουρσίτ Πασά στα 1820, αναφέρει ο Σαλαμάγκας πολλά σχετικά με την επεξεργασία του ξύλου ισνάφια στα Γιάννινα όπως Ξυλάς, Κερεστετζής, Σεντουκάς, Ξυλοκόπος, Τσεκουράς, Μαραγκός, Νταβαντζής, αλλά και Σκαλιστές στα 1802-1803. Πιθανόν βέβαια οι σκαλιστάδες να είχαν έρθει στα Γιάννινα από άλλη περιοχή, αφού σε άλλο έγγραφο που διασώζει (υπ' αριθμό 131 έγγραφο του Αρχείου Σταύρου Ιωάννου), σε αναγραφόμενο κατάλογο επαγγελμάτων, απουσιάζουν οι έχοντες σχέση με τα ξυλόγλυπτα ή τα σκαλίσματα. Επίσης ο Παπαγεωργίου αναφέρεται σε συντεχνία σεντουκάδων στα Γιάννενα το 1812, η οποία κατασκεύαζε διάφορα ξύλινα έπιπλα και εξελίχτηκε αργότερα στη συντεχνία των ξυλουργών. 
   Μετά τις αρχές του 19ου αιώνα, τα κυρίως ισνάφια άρχισαν να εκφυλίζονται, στη μορφή που είχαν τουλάχιστον μέχρι τότε και να παρακμάζουν. Εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου με τη Δύση λόγω της ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας, πολλές από τις εγχώριες χειροτεχνίες εξαφανίζονται και περιέρχονται σε παρακμή. 
Όμως αυτή η παρακμή, η οποία οφείλεται κυρίως σε λόγους πολιτικούς και οικονομικούς, όπως για παράδειγμα η περίοδος ακμής και πτώσης του Αλή Πασά, επηρέασε λιγότερο την ξυλογλυπτική. Αυτό επειδή οι προύχοντες και οι αγάδες, οι οποίοι ποτέ δεν έπεσαν σε οικονομικό μαρασμό, ήθελαν να διακριθούν και για το λόγο αυτό καλούσαν φημισμένους ξυλογλύπτες να διακοσμήσουν τα σαράγια και τα αρχοντόσπιτά τους. Οι ανεγέρσεις και ανακαινίσεις ναών και επομένως η ανάγκη διακόσμησής τους, δεν σταμάτησαν ποτέ. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι την περίοδο αυτή έχουμε περίφημα ξυλόγλυπτα έργα. Ιδιαίτερα αφού πολλοί πλούσιοι αλλά και διάφορα ισνάφια πλήρωναν για να μνημονεύονται τα ονόματά τους, με αποτέλεσμα να συγκροτούν μνήμη και να εξασφαλίζουν δι' αυτής το κοινωνικό κύρος. Επιβεβαιωτικό όλων αυτών είναι και το γεγονός της ύπαρξης πολλών και φημισμένων ομάδων ξυλογλυπτών την ίδια περίοδο. Επίσης συνέβαινε, όταν η πολιτική και οικονομική κρίση μάστιζε μια περιοχή και το εξής: οι ξυλογλύπτες ταξίδευαν σε άλλες περιοχές για αναζήτηση εργασίας, όπως έγινε για παράδειγμα με τους Μετσοβίτες ξυλογλύπτες τον 19ο κυρίως αιώνα, οι οποίοι ταξίδευαν στην ελεύθερη Ελλάδα ή και αλλού στα Βαλκάνια, Ευρώπη, Ασία, με αποτέλεσμα να διαδίδεται η τέχνη τους. 
   Η ανάπτυξη του εμπορίου με τη Δύση είχε επιπτώσεις στον τομέα της ξυλογλυπτικής, όχι απαραίτητα αρνητικές. Αυτές αφορούν κυρίως στην υιοθέτηση των σχεδίων και της θεματογραφίας. Όσον αφορά τις σχέσεις και τους κανονισμούς επαγγελματικής συμπεριφοράς με τ' άλλα συναφή ισνάφια αυτές ήταν δεδομένες.   Σχετικά με το αν ήταν οι ξυλογλύπτες οργανωμένοι συντεχνιακά όπως και τα άλλα ισνάφια, ο Σούρλας αναφέρει ότι οι ξυλογλύπτες της επαρχίας Κόνιτσας και ειδικότερα του Τουρνόβου, ήταν οργανωμένοι σε ξεχωριστό εσνάφι, όπως οι αγιογράφοι των Χιονιάδων. Το επάγγελμα πήγαινε από πατέρα σε γιο και όλα τα μέλη της οικογένειας παρέμεναν προσκολλημένα στην επαγγελματική παράδοση. Πολλές φορές έπαιρναν και το επίθετό τους από τη δουλειά τους, όπως συνέβη για παράδειγμα με την αρχαιότατη οικογένεια των Σκαλιστάδων από το Τούρνοβο. Οι ξυλογλύπτες, οι γνωστοί στο πανελλήνιο με τον τίτλο Σκαλιστάδες ή Ταλιαδόροι, είναι οργανωμένοι όπως στα υπόλοιπα ισνάφια με πρωτομάστορα, καλφάδες και τσιράκια, επειδή ήταν αναγκασμένοι να πηγαίνουν από τόπο σε τόπο για την εξάσκηση της τέχνης τους.    Ανάλογα γράφει και ο Κίτσος Μακρής, ο οποίος συμπληρώνει: «Κατά ομάδες τα "μπλούκια", ξεκινούσαν αρχές της άνοιξης για να επιστρέψουν με το τέλος του φθινοπώρου. Βασικά χρονικά ορόσημα ήταν οι γιορτές των δύο καβαλλαρέων αγίων, του Άη Γιώργη την άνοιξη και του Άη Δημήτρη το φθινόπωρο. Η αναχώρηση των μπουλουκιών συνοδευόταν από μικρές αποχαιρετιστήριες γιορτές. Το είδος της προσυμφωνημένης εργασίας καθόριζε και τη σύνθεση, σε αριθμό ειδικότητας, του κάθε μπουλουκιού. Πολυάριθμα των χτιστάδων, μικρότερα των ξυλογλύφων και μέχρι πενταμελή των ζωγράφων. Το γενικό σχέδιο και η επίβλεψη της όλης δουλειάς ανήκει στον πρωτομάστορα... .Η επαγγελματική συσσωμάτωση των χτιστάδων και των ξυλογλύφων ακολουθεί το πανελλήνιο τύπο του ρουφετιού ή ισναφιού. Έτσι είναι οργανωμένοι οι «κουδαρέοι» (χτιστάδες) της Πυρσόγιαννης και της Βούρμπιανης και οι "ταγιαδόροι" (ξυλογλύπτες) του Γοργοπόταμου, που παλιότερα λεγότανε Τούρνοβο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...