Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Ιστορία ενός παραδοσιακού μάστορα


Δανειστήκαμε αυτό το πολύ ωραίο άρθρο από την πανέμορφη Ιστοσελίδα :


Τον μαστρο-Τζάννη τον συνάντησα τυχαία για πρώτη φορά, ένα καλοκαίρι στη Φολέγανδρο. Γύριζα στην Απάνω Μεριά όταν τον είδα στην αυλή του σπιτιού του, καθισμένο πάνω σ' ένα σκαμνί να πλέκει σκούπες.
Του Τάση Παπαϊωάννου

Κάτι μικρά όμορφα σκουπάκια που κατέληγαν σε μια μακριά ασυνήθιστη, ιδιόμορφη λαβή.

Αντίκρισα ένα  γέροντα με ωραίο ανάστημα, απ' αυτούς τους λεβέντες που σπάνια συναντάς πια στις μέρες μας, να δουλεύει με αργές, αλλά σίγουρες κινήσεις, φορώντας στο κεφάλι ένα ψάθινο καπέλο.

Σταμάτησα και τον ρώτησα από περιέργεια, από τι υλικό πλέκει τις σκούπες.
Ευγενικά μου απαντά: "Από σκούπα"Εγώ πάλι, τον ξαναρωτάω σίγουρος ότι δεν είχε ακούσει καλά τι τον είχα ρωτήσει"Όχι τι φτιάχνετε, αλλά από τι το φτιάχνετε"
"Και εγώ σου απάντησα, από σκούπα" μου λέει μισογελώντας. Σκούπα  λέγανε το φυτό, κάτι που έμοιαζε με καλαμιά, όπως μου εξήγησε αργότερα.

Από τότε γίναμε φίλοι. Κάθε φορά που θα βρεθώ στη Φολέγανδρο, θα πάω να τον συναντήσω στο σπίτι του στην Απάνω Μεριά, όπου μένει με τη γυναίκα του.
Είναι σπάνιος άνθρωπος ο μαστρο- Τζάννης, ένας άνθρωπος που έρχεται από πολύ βαθιά μέσα στο παρελθόν, κουβαλώντας μια σοφία αιώνων, ένας άνθρωπος με εκπληκτική οξυδέρκεια και αφάνταστες γνώσεις και εμπειρίες.

Η δουλειά του είναι κτίστης. Να κτίζει την πέτρα, που όπου και να στρέψεις το κεφάλι σου τη βλέπεις στο νησί. Αλλά ανήκει σε κείνη τη σπάνια κατηγορία των ανθρώπων, που με ότι καταπιάνεται θα το κάνει καλά και παστρικά, με αγάπη και γνώση. Τα χωράφια του, το σπίτι του, τα ζώα του, αλλά κυρίως το κτίσιμο.

Σχεδόν τα μισά σπίτια στον οικισμό τα έχει κτίσει εκείνος, δρόμους και λιθόστρωτα σ' όλο το νησί, τοίχους αντιστήριξης, φούρνους, στέρνες, 11 εκκλησίες...

Είναι απόλαυση να τον ακούς να διηγείται ιστορίες, που είναι ιστορίες μιας ζωής "γεμάτης". Είναι το έμφυτο ταλέντο που έχουν ορισμένοι άνθρωποι, δεν εξηγείται διαφορετικά, να σου μεταδίδουν τόσο εύγλωττα και παραστατικά, χωρίς πολλές και περιττές κουβέντες, την ουσία αυτού που περιγράφουν.

Ιστορίες από τότε που ήτανε παιδί και μάθαινε κοντά στους μεγαλύτερους, την εποχή που είχε ιταλούς στο νησί, αλλά και τότε με τους πολιτικούς εξόριστους, ιστορίες για κάθε σπιθαμή του νησιού του.

Την τελευταία φορά μου έλεγε, για το πόσο ανησυχεί που χρόνια τώρα δεν βρέχει, με καταστρεπτικές συνέπειες για τα λιγοστά φυτά που απέμειναν στο νησί. Ακόμα και αυτές οι ελιές έχουν αρχίσει να ξεραίνονται, από την συνεχιζόμενη ξηρασία, αλλά και τα περισσότερα πηγάδια έχουν στερέψει από νερό.  Το νερό που δίνει ζωή σ' αυτό το μικρό νησί των Κυκλάδων.

Τα έλεγε όλα αυτά και έβλεπες στο πρόσωπο του έναν πόνο και μιαν αγωνία για τη γη, μια έγνοια τόσο σπάνια στις μέρες μας και άγνωστη βέβαια για μας που κατοικούμε στις πόλεις.

Με νοσταλγία θυμόταν τα παλιότερα χρόνια, που υπήρχαν τόσες καλλιέργειες, σταφύλια, στάρι, ελιές που έφταναν σε σημείο και για εξαγωγές ακόμη. Ήταν πράσινο το νησί, μου έλεγε και το καλλιεργούσαν οι άνθρωποι απ' άκρου σ' άκρο, αλλά σήμερα μόνο λίγοι ηλικιωμένοι πια ασχολούνται με τη γη. Οι νέοι δεν μένουν στο νησί και όσοι υπάρχουν δεν ενδιαφέρονται για την σκληρή αυτή δουλειά.

Μετά πιάναμε την κουβέντα για το κτίσιμο.
Μου έλεγε λεπτομέρειες για τα σημεία που βγάζανε την πέτρα, στα "βορινά" για παράδειγμα και πως την ανεβάζανε με τα γαϊδούρια από το δύσβατο μονοπάτι ψηλά στο δρόμο. Τις πράσινες χαρακτηριστικές πλάκες που μόνον εκεί μπορείς να τις βρεις σ' όλο το νησί, δίπλα στη θάλασσα.

"Τέσσερις πέτρες το πολύ σε κάθε ζώο, δυο σε κάθε μεριά".Αυτές τις έστρωναν στις αυλές, αλλά και για να στεγάζουν το δώμα, τοποθετώντας τες ανάμεσα στα ξύλινα δοκάρια. Οι παλιότεροι χρησιμοποιούσαν για τα δοκάρια "φίδες" όταν ακόμη υπήρχαν στο νησί, αθάνατο ξύλο, ενώ στις μέρες μας το καλύτερο είναι η καστανιά. Άλλες πάλι φορές ανάμεσα στα ξύλινα δοκάρια τοποθετούσαν καλάμια και από πάνω κλαδιά, φύκια και χώμα που το μάζευαν από συγκεκριμένα σημεία.

Αλλά και για το κτίσιμο της πέτρας που κρύβει τόσα πολλά μυστικά.
"Σε κείνο το σημείο, βλέπεις;" και μου έδειχνε, "είναι το κατάλληλο σημείο για να μαζέψεις την τάδε πέτρα", και μου έλεγε το τοπικό όνομα που χρησιμοποιούσαν.

Μιαν άλλη φορά που τον επισκέφθηκα, τον είδα να επισκευάζει μια μάντρα στην αυλή του σπιτιού του. Τον παρατηρούσα καθώς δούλευε ολομόναχος. Κάποια στιγμή τον βλέπω πάει να σηκώσει μια τεράστια πέτρα, γύρω στους 80 πόντους μήκος, ασήκωτη. Προσφέρθηκα να τον βοηθήσω.

"Κάτσε" μου λέει, "δεν ξέρεις εσύ, μπορώ μόνος μου".
Πράγματι έκπληκτος παρατηρούσα τον ογδοντάχρονο μαστρο-Τζάννη να κάνει μια περίτεχνη κίνηση και να φέρνει την πέτρα στα λυγισμένα του γόνατα και μετά με μια δεύτερη να την τοποθετεί πάνω στην μάντρα. Αφού ξεκουράστηκε για λίγο, την κοίταξε από μακριά και συνέχισε να την ισιώνει και να τη φέρνει στη σωστή της θέση. Ήταν μια από τις πέτρες που κάλυπταν την λιθοδομή και αποτελούσαν το τελείωμα, τη στέψη της.
Την επόμενη ημέρα η μάντρα είχε ολοκληρωθεί.
Μια ωραία ευθύγραμμη μάντρα που έκλεινε από τη βορινή πλευρά την αυλή και τελείωνε πάνω στον περίβολο μιας μικρής κάτασπρης εκκλησίας, δίπλα από το σπίτι.

Εκείνη τη μέρα μου έδειξε το σπίτι του. Τα δωμάτια με τη μικρή κουζίνα, την αυλή με τις πλάκες, τη στέρνα, τον φούρνο και τη δεύτερη στέρνα που την είχε φτιάξει παλιότερα, την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού με την ωραία ξύλινη πόρτα, όλα μόνος του, με τα χέρια του.

Εκεί μου έδειξε κάτι που για πρώτη φορά έβλεπα. Μια ξύλινη κλειδαριά. Όλη ξύλινη, ακόμη και το κλειδί της ήταν ξύλινο.
Μια εκπληκτική κατασκευή που γυρνώντας το κλειδί ελευθέρωνε το μάνταλο στο πίσω μέρος της πόρτας. Έργο τέχνης!

"Έτσι τις φτιάχναμε παλιά"  μου λέει.

Και συνέχισε να μου δείχνει τις μυλόπετρες που περιστρέφοντάς τες, έτριβαν τον καρπό.

"Μόνον στη Μήλο υπάρχουν τέτοιες, είναι ίδιες μ' αυτές που χρησιμοποιούν στους ανεμόμυλους, αλλά πολύ μικρότερες ..."
Η "ξενάγηση" συνεχίστηκε σ' όλα τα μέρη του σπιτιού, κατόπιν δικής μου επιμονής, με τον μαστρο-Τζάννη να μην καταλαβαίνει το δικό μου ενδιαφέρον.

Πως να του εξηγήσω πως μου μιλούσε ... κατευθείαν στην καρδιά;
Σαν εκείνους τους μεγάλους Δασκάλους που με σεμνότητα, σου έδειχναν δρόμους άγνωστους και μαγικούς!

Ένοιωθα αφάνταστα τυχερός που συνάντησα αυτόν τον άνθρωπο και που τον είχα απέναντι μου και μου μιλούσε για τη ζωή του. Μια ζωή που θα χαθεί μαζί του παντοτινά. Δεν θα΄ χει συνεχιστές η τέχνη του.

Βλέπεις ... σήμερα είναι η εποχή των μεγάλων τεχνολογικών επαναστάσεων. Τι θέση μπορεί να' χει ο μαστρο-Τζάννης;
Ευθύς μου ήρθαν  στο μυαλό οι φοιτητές  στη σχολή. Τι σπουδαίο μάθημα θα' ταν και γι' αυτούς να τον άκουγαν να μιλάει!

Ένας άνθρωπος που συνδυάζει τη γνώση με μια βαθιά λαϊκή σοφία. Που "ρουφάει" στην κυριολεξία την κάθε στιγμή της ζωής, με ευγένεια ψυχής, σεμνότητα και ένα μέτρο μοναδικό.

Δίνει στη\ λέξη "μάστορας" την πραγματική της διάσταση, σαν άλλος τίτλος τιμής.
Ένας τίτλος τιμής βγαλμένος μέσα από μια απλή και μετρημένη ζωή.

του Τάση Παπαϊωάννου
Με την ευγενική παραχώρηση του συγγραφέα.

Από το βιβλίο «Η Αρχιτεκτονική του καθημερινού»
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005
Δανειστήκαμε αυτό το πολύ ωραίο άρθρο από την πανέμορφη Ιστοσελίδα :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...