Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Λεξιλόγιο της οικοδομής 7.


κούφωμα: συνήθως χρησιμοποιείται για τα παράθυρα και τις πόρτες ενώ η πραγματική του ρίζα (από το κούφιος κι όχι το κουφός) αφορά το άνοιγμα στους τοίχους που θα δεχθεί το παράθυρο.
κρέμαση: (για δοκούς) σε μία κανονική δοκό, το μέρος της που κρέμεται κάτω από την πλάκα. Για παράδειγμα, για μία δοκό 20 Χ 60εκ. (πλάτος και ύψος αντίστοιχα), που στηρίζει μία πλάκα πάχους 18εκ., τα 42εκ. από τα 60 εκ. του συνολικού της ύψους, κρέμονται κάτω από τήν πλάκα.
κροκάλα: αδρανές υλικο με διάσταση 60-150 χιλιοστά περίπου.
κοιτόστρωση: είδος θεμελίωσης, αποτελούμενο από ολόσωμα άκαμπτη πλάκα, βλ
λ: (συντελεστής θερμικής αγωγιμότητας, συχνά αναφέρεται και σαν συντελεστής k) δείκτης θερμομονωτικής ικανότητας ενός υλικού. Όσο μικρότερος ο συντελεστής, τόσο καλύτερο μονωτικά είναι το υλικό.
λαμαρίνα τραπεζοειδής: βλ. τραπεζοειηδής λαμαρίνα
λαμπάς: χτίσιμο, συνήθως από τούβλα, μικρού πλάτους. Συνήθως κολλητά σε μία κολώνα από μπετόν, για να περιοριστεί το άνοιγμα που απομένει.
λάσπη: κονίαμα αποτελούμενο από άμμο, νερό, τσιμέντο και ασβέστη. Ο σοβάς αποτελείται από λάσπη.
λατάκι: κομμάτι ξύλου τετραγωνικής διατομής 7,5 Χ 7,5 εκ. (αλλά υπάρχουν και 8Χ8εκ) που χρησιμοποιείται στο καλούπωμα. Δεν έρχεται σε επαφή με το μπετόν γιατί η χρήση του είναι για ενισχυση του πετσώματος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του θα κοπεί αρκετές φορές κι όταν το μήκος του πέσει κάτω από 1μ, θα λέγεται μπαγάς.
λιστέλο: (για κεραμικά πλακίδια) διακοστμητικό στοιχείο που έχει συνήθως το ίδιο μήκος με τα κεραμικά πλακάκια αλλά πολύ μικρότερο πλάτος. Συνήθως τοποθετείται μία σειρά από αυτά ψηλά ή χαμηλά σε ένα τοίχο.
μαδέρι: κομμάτι ξύλου πάχους 5εκ. και πλάτους 20-25εκ. Σε μεγάλα μήκη (πάνω από 3μ), που συνήθως χρησιμοποιείται για την κατασκευή ικριωμάτων.
μανδύας: βλ. τσέρκι

μαρκούτσι: μακρόστενο
κυλινδρικό
εργαλείο που πάλεται
με τρόπο που
τοποθετούμενο
σε νεοχυτευμένο
σκυρόδεμα
προκαλεί τη συμπύκνωσή
του. Βλ. επίσης και
δονητής.
μάρμαρο: εκτός από το γνωστό κρυσταλλικό πέτρωμα είναι και η σκόνη απ’ αυτό το υλικό καθώς και η τελευταία στρώση του σοβά.
μαρμαροποδιά: μάρμαρο πάχους συνήθως 2 ή 3εκ. που τοποθετείται στο κάτω μέρος ανοιγμάτων (παράθυρα, πόρτες, μπαλκονόπορτες). Στην 2η και 3η περίπτωση τοποθετείται μετά τη διάστρωση των σωληνώσεων της θέρμανσης και είναι εξαιρετικά κρίσιμο γιατί καθορίζει ακριβώς το ύψος των δαπέδων.
μαρμαρόσκονη: ρινίσματα (σκόνη) από μάρμαρο, που χρησιμοποιείται στην τελευταία στρώση του σοβά.
μερεμέτι: μικρού μεγέθους εργασία, συχνά επισκευαστική λόγω κάποιας αστοχίας ή κακοτεχνίας ή ανεπαρκούς συντονισμού. Αν και μικρού όγκου, τα μερεμέτια είναι ανεπιθύμητα και από τους τεχνίτες (που αισθάνονται ότι δεν πληρώνονται αρκετά) αλλά και από τους ιδιοκτήτες (που αισθάνονται ότι αδικαιολόγητα πληρώνουν αυτά τα ποσά).
μισοτσίμπουκο: καμπύλωμα στην πάνω εξωτερική πλευρά μιας μαρμαροποδιάς (βλ.). Στην περίπτωση που το καμπύλωμα περιλαμβάνει αμφότερες την πάνω και κάτω εξωτερική γωνία, τότε αυτή η εργασία λέγεται ολόκληρο τσιμπούκι.
μονοκάλουπο: τοιχίο, κολώνα ή που δεν έχει καλούπι (ή δεν καλουπώθηκε) και από τις δύο πλευρές γιατί π.χ. δεν μπορούσε να γίνει εκσκαφή. Λ.χ. όταν καλουπώνουμε σε επαφή με γειτονική κατασκευή.
μονόπαντο: το πέδιλο ενός τοιχίου ή μίας κολώνας που δεν τοποθετείται συμμετρικά εκκατέροθεν του τοιχίου ή γύρω-γύρω από την κολώνα αλλά μόνο από τη μία πλευρά. Έχει δηλ. μία πάντα. Χρησιμοποιείται όπου μία κολώνα ή ένα τοιχίο είναι σε επαφή με το όριο του οικοπέδου.
μονοσωλήνιο: σύστημα τροφοδοσίας των θερμαντικών σωμάτων (καλοριφέρ) με ζεστό νερό. Το σύστημα αυτό αντικατέστησε παλιότερο σύστημα με δύο σωλήνες κι έτσι πήρε το όνομά του χάρις σ’ αυτή την τεχνική πρόοδο.
μουρέλο: στις μαρμαροποδιές(βλ.), η λεπτή πλευρά τους.
MPa: (Megapascal) Μονάδα μέτρησης της πίεσης (δύναμη ανά μονάδα επιφανείας). 1 MPa = 1 Newton/mm².
μπαγάς: απομεινάρι από λατάκι που έχει μήκος κάτω του ενός μέτρου.
μπάζα: α. το χώμα που χρησιμοποιούμε για επιχωματώσεις που συνήθως δεν είναι πολύ καλό αν πρόκειται για φυτεύσεις,  β. τα σκουπίδια μιας οικοδομής που πρέπει να πεταχτούν σε κάποια χωματερή δηλ. δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιχωμάτωση και γ. μία στενή λωρίδα από το ίδιο υλικό που κατασκευάστηκαν τα ντουλάπια (κουζίνας ή υπνοδωματίου) και που τοποθετείται στο κάτω μέρος των ντουλαπιών για να κρύψει -συνήθως- τα ποδαράκια των ντουλαπιών.
μπακλαβαδωτή λαμαρίνα: βλ. τραπεζοειδής λαμαρίνα.
μπατική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου η κάθε σειρά από τούβλα (ή άλλα στοιχεία) περιέχει 2 τούβλα παράλληλα με το μήκος του τοίχου τοποθετημένα και μετά ένα τούβλο εγκάρσια προς το μήκος του τοίχου τοποθετημένο κ.ο.κ.. Το ελάχιστο πάχος ενός τοίχου χτισμένου μ’αυτό τον τρόπο είναι δύο τούβλα. βλ. επίσης δρομική. βάλε φωτο ή σχήμα

Enhanced by Zemanta

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...